Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ

Πασίγνωστος παγκοσμίως σαν χορογράφος, ηθοποιός και φυσικά χορευτής. Έχει διαπρέψει ως καλλιτεχνικός διευθυντής του American Ballet Theatre και του New York City Ballet. Η συνεισφορά του στην προώθηση του μοντέρνου χορού είναι πολύ σημαντική, θεωρείται μάλιστα, ως ένας απ' τους καλύτερους χορευτές μπαλέτου του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε στη Ρίγα της Λετονίας, εμφανίστηκε στα Μπαλέτα Κίροφ του Λένινγκραντ και από εκεί βρέθηκε στη Δύση, για να αναγνωριστεί το ταλέντο του. Οι δυο του γονείς ήταν Ρώσοι και ξεκίνησε σπουδές μπαλέτου σε ηλικία εννέα ετών, ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του – η οποία αυτοκτόνησε όταν ο Μίσα (έτσι τον φώναζαν συγγενείς και φίλοι) ήταν δώδεκα ετών.

Στα 15 του μετεγράφηκε στην σχολή μπαλέτου Βαγκάνοβα, μετακομίζοντας στο Λένινγκραντ, όπου μαθήτευσε δίπλα στον θρυλικό δάσκαλο Αλεξάντερ Πούσκιν, μέντορα πολλών αστέρων των Μπαλέτων Κίροφ.

Ο μεγάλος δάσκαλος και η γυναίκα του πήραν τον Μπαρίσνικοφ υπό την προστασία τους, φιλοξενώντας τον μάλιστα στο σπίτι τους, όπως είχαν κάνει νωρίτερα και για τον νεαρό Νουρέγεφ.

Σύντομα η προτίμηση του Πούσκιν αποδείχτηκε εύλογη. Ο Μπαρίσνικοφ διακρίθηκε αμέσως και τα πρώτα κιόλας χρόνια του στη σχολή κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό Varna. Τα νέα για το σπάνιο ταλέντο του νεαρού χορευτή, με την άψογη τεχνική και την εξαίσια σκηνική παρουσία ταξίδεψαν γρήγορα. Ένας κριτικός των «New York Times» ταξιδεύει ώς το Λένινγκραντ, παρακολουθεί ένα μάθημα του Πούσκιν και ανακηρύσσει τον Μπαρίσνικοφ «τον τελειότερο χορευτή που είδα ποτέ».

 Ο Μίσα έφυγε από τη Ρωσία καθότι το Σοβιετικό καθεστώς τον δυσκόλευε και οι μυστικές υπηρεσίες ήταν μονίμως στα πόδια του και μετακινήθηκε στον Καναδά όπου άρχισε να συνειδητοποιεί πόσο διαφορετική ήταν η ζωή μακριά από τη Ρωσία και το Κομμουνιστικό καθεστώς. Πλέον ζει και εργάζεται στη Δύση κι έχει γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο για το ταλέντο του ενώ σχετικά με το παρελθόν του, αποκαλεί τις παλιές ημέρες «εφιάλτη χωρίς τέλος».